ΔΙΑΤΗΡΗΤΕΑ ΚΤΙΡΙΑ. Να ψηλώσουν ή να ρημάξουν ;
- kalfantisp

- 22 Δεκ 2025
- διαβάστηκε 3 λεπτά
Τελευταία αδειοδοτούνται από την Πολιτεία προσθήκες καθ ύψος σε διατηρητέα κτίρια διατηρώντας τις παλαιές όψεις και προσθέτοντας ουκ ολίγους ορόφους με σκοπό την πλήρη εκμετάλλευση του συντελεστή δόμησης και την δημιουργία πολυώροφων κτιρίων.. συνήθως ξενοδοχείων .
Κάποιοι υποστηρίζουν ότι, επιτρέποντας προσθήκες καθ’ ύψος σε διατηρητέα, η πολιτεία «καταργεί» στην πράξη την προστασία των κτιρίων αυτών. Πολλούς τους ενοχλεί η αντίθεση που συχνά ο αρχιτέκτονας επιδιώκει, ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, προσθέτοντας πάνω από ένα νεοκλασικό λ.χ. μια γυάλινη κατασκευή. Από την άλλη πλευρά, με την προσθήκη των ορόφων το κτίριο μπορεί ευκολότερα να βρει μια νέα χρήση, καθώς το κόστος της αποκατάστασης είναι συνήθως δυσβάσταχτο. Άλλωστε η μεταφορά συντελεστή δόμησης, που πρόσφερε μια λύση για τα διατηρητέα, είναι εδώ και δεκαετίες νεκρή .

Πώς όμως επιτρέπεται και υπό ποιες συνθήκες το «ψήλωμα» διατηρητέων κτιρίων; Κανονικά τα κτίρια αυτά δεν έχουν συντελεστή δόμησης, αφού αυτός έχει «παγώσει» με τον χαρακτηρισμό τους ως διατηρητέων (υπουργείο Περιβάλλοντος) ή μνημείων (υπουργείο Πολιτισμού) – ο συντελεστής πρέπει να τους δοθεί κατά παρέκκλιση της νομοθεσίας, με απόφαση του υπουργείου Περιβάλλοντος. Η απόφαση αυτή («καθορισμός συμπληρωματικών ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης») προϋποθέτει να έχουν δοθεί νωρίτερα εγκρίσεις από υπηρεσίες του ΥΠΠΟ (Υπηρεσία Νεότερων Μνημείων), το οποίο «μοιράζεται» την αρμοδιότητα των διατηρητέων με το Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής, το τοπικό συμβούλιο μνημείων Κ.Ο.Κ.
Το 2025, ο αρμόδιος υφυπουργός ΥΠΕΝ έχει υπογράψει 12 τέτοιες αποφάσεις με πιο πρόσφατη περίπτωση την προσθήκη πέντε ορόφων σε διατηρητέο στου Μακρυγιάννη εναντίον της οποίας άσκησε προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας η Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (ΕΛΛΕΤ) . Είναι ακατανόητο το πώς το ΥΠΕΝ κηρύσσει ένα ιστορικό κτίριο διατηρητέο, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του ύστερου αθηναϊκού νεοκλασικισμού που αναπτύχθηκε στην περιοχή Μακρυγιάννη, και στη συνέχεια επιτρέπει την καταστροφή του και μετατρέπει σε “σκηνικό” τις όψεις του. Η αντιμετώπιση αυτή δεν συνιστά προστασία και διατήρηση της αρχιτεκτονικής ιστορίας, μνήμης, γνώσης και παράδοσης, αλλά αντίθετα αποτελεί προσβολή τους.
Σύμφωνα με το ίδιο υπουργείο, όταν ένα κτίριο διατηρητέο για οποιονδήποτε λόγο καταστραφεί, στη θέση του δεν μπορεί να χτιστεί κτίριο μεγαλύτερου όγκου. Πώς στην επίδικη περίπτωση επιτρέπει ακριβώς το αντίθετο; Και πώς δόθηκαν εγκρίσεις για αυτή την ανέγερση και από το ΥΠΠΟ, που αποτελεί “θεματοφύλακα” της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς;

Οι γυάλινες προσθήκες καθ’ ύψος που θεωρήθηκαν την δεκαετία του 90 πρωτοπορία .. σήμερα, υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής, θεωρούνται αποτυχημένες επεμβάσεις. Αντίθετα, υπάρχουν ενδιαφέρουσες προσθήκες , όπως στο κτίριο του 1951 στην οδό Καραμανλάκη και Φιλαδελφέως στα Πατήσια σε αρχιτεκτονική μελέτη γραφείου Arid .

Η προσθήκη καθ’ ύψος «έχει ανταποδοτική λογική: κρατώ μόνο την όψη, για να διατηρήσω τη μνήμη, και την εντάσσω σε ένα ολότελα νέο κτίριο, το οποίο θα εκμεταλλευθώ με καλύτερους όρους. Όλο αυτό σχετίζεται και με την αποτυχία του συστήματος της μεταφοράς συντελεστή δόμησης, που περιόρισε ακόμα περισσότερο τις δυνατότητές μας να επέμβουμε για τη διάσωση των διατηρητέων. Η ισορροπία μεταξύ της εγκατάλειψης των διατηρητέων, ώστε αυτά να φθάσουν κάποια στιγμή να καταρρεύσουν και των παρεμβάσεων που δεν δείχνουν σεβασμό είναι ευαίσθητη .
Τα διατηρητέα κτίρια, πέραν του ότι εκφράζουν την ιστορική εξέλιξη μιας πόλης και για τον λόγο αυτό τα αξιολογούμε ως σημαντικά, έχουν μια ανθρώπινη κλίμακα. Νομίζω ότι η κλίμακα αυτή ακυρώνεται με την προσθήκη ορόφων. Το νέο κτίριο δεν έχει ούτε τον χαρακτήρα ούτε την υπόσταση του αρχικού. Είναι ένα ιδιόμορφο υβρίδιο, που έχει δημιουργηθεί με σκοπό να μεγιστοποιήσει ένα οικονομικό συμφέρον του ιδιοκτήτη του. Η πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει τα διατηρητέα ως δημόσια αγαθά, ένα κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης μας που έχει καθήκον να προστατεύσει. Και να προσφέρει ισχυρά οικονομικά εργαλεία για την αποκατάσταση και παράχρησή τους, αντί να επιτρέπει ως “εύκολη λύση” την αλλοίωσή τους με κάθε είδους επιπρόσθετες κατασκευές.
Δυστυχώς όμως αυτό δεν συμβαίνει …


