top of page

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΟΣ της ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗΣ

  • Εικόνα συγγραφέα: kalfantisp
    kalfantisp
  • πριν από 6 ημέρες
  • διαβάστηκε 5 λεπτά

 Προσφυγιά, πόλεμοι, Κατοχή, Εμφύλιος, φτώχεια και εσωτερική μετανάστευση…

«Να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου». Αυτή η ευχή και «κατάρα» των γονιών, που πηγαίνει αρκετά πίσω στον χρόνο, συμπυκνώνει την ανάγκη ασφάλειας, ιδιοκτησίας και σταθερότητας που διαμορφώθηκε στη χώρα μας από την Ιστορία.

Το σπίτι μετατράπηκε σε ένα σταθερό σημείο μέσα σε ένα ασταθές περιβάλλον. Μια βάση από την οποία κάθε καταστροφή μπορούσε να αντιμετωπιστεί, όλα μπορούσαν να ξαναγίνουν από την αρχή.


H σημασία της ιδιόκτητης κατοικίας ενισχύθηκε από την απουσία εκτεταμένης κρατικής πρόνοιας και συνδέθηκε άμεσα με μηχανισμούς όπως η αντιπαροχή, που επέτρεψαν να γίνει πραγματικότητα το ελληνικό όνειρο. Οχι τυχαία, η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, στο 70% -ελαφρώς πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο-, αν και πριν από την οικονομική κρίση ξεπερνούσε το 80%. Τόσο το μέγεθος της ανάγκης που κάλυψε το μοντέλο της αντιπαροχής όσο και το κόστος της έλλειψης κεντρικού σχεδιασμού αντανακλώνται στην πυκνότητα των οικοδομικών τετραγώνων της Αθήνας. Αρχιτεκτονικά, η αντιπαροχή βρίσκει τη στερεοτυπική εικόνα της στην κλασική αθηναϊκή πολυκατοικία του 1960.


 Μέχρι και τη δεκαετία του 1960 η πολυκατοικία ήταν επιθυμητή μορφή κατοίκησης. Η αντίδραση και η δαιμονοποίηση της πολυκατοικίας εμφανίστηκε όταν η πόλη άρχισε να γίνεται ασφυκτικά πυκνή, κυρίως λόγω της αύξησης των αυτοκινήτων και της εξάντλησης των όρων δόμησης. Η Αθήνα είχε σχεδιαστεί για χαμηλή δόμηση και χωρίς αυτοκίνητα. Οταν αυξήθηκε η πυκνότητα, προέκυψαν προβλήματα που αποδόθηκαν εκ των υστέρων στην αντιπαροχή. Επιπλέον, έχουμε συνδέσει την αντιπαροχή με τον Καραμανλή αλλά ο νόμος περί οριζόντιας ιδιοκτησίας που έδωσε τη δυνατότητα να σπάει η πολυκατοικία σε πολλές ιδιοκτησίες και συνέστησε το νομικό θεμέλιο της αντιπαροχής είναι έργο του Ελευθέριου Βενιζέλου από το 1929.

Η αντιπαροχή ξεκίνησε στον Μεσοπόλεμο, αλλά αναπτύχθηκε πολύ δυναμικά στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Στις πρώτες τρεις μεταπολεμικές δεκαετίες κατασκευάστηκαν 35.000 πολυκατοικίες με τουλάχιστον πέντε ορόφους στην Αθήνα, σε μια πόλη που προηγουμένως είχε μόνο 1.000 τέτοια κτίρια. Αυτή η μεγάλη προσφορά κράτησε τις τιμές προσιτές, παρότι η ζήτηση την περίοδο εκείνη ήταν επίσης μεγάλη, καθώς συνέρρεαν μεγάλα τμήματα πληθυσμού στις πόλεις από την επαρχία.



Το ελληνικό crowdfunding όταν στη Wall Street περνούσαν τα κάρα !!

Η αντιπαροχή δεν εξυπηρέτησε μόνο τους μικρούς οικοπεδούχους και τους μικρούς εργολάβους, αλλά και τους πολλούς πελάτες που αγόραζαν φθηνότερα το διαμέρισμά τους από τα σχέδια, συμβάλλοντας ουσιαστικά με το κεφάλαιο τους στην δαπάνη ανέγερσης του κτιρίου .Ηταν η ευφυής ελληνική σύλληψη του crowdfunding 50 χρόνια πριν γίνει επενδυτικό εργαλείο στις ΗΠΑ !!

Η αντιπαροχή είναι ένα μάλλον άτυπο σύστημα συνεργασίας ανάμεσα σε ανθρώπους που διαθέτουν μικρά κεφάλαια προκειμένου να υλοποιήσουν έργα τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα απαιτούσαν πολύ μεγαλύτερες επενδύσεις. Είναι συνεργασία μεταξύ οικοπεδούχων, κατασκευαστών, μηχανικών και μελλοντικών αγοραστών, οι οποίοι συμμετέχουν οικονομικά ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού. Η χρηματοδότηση του έργου γίνεται στην πορεία της ανέγερσής του με προκαταβολές για αγορά διαμερισμάτων.Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται το απαιτούμενο κεφάλαιο και στο τέλος όλοι οι εμπλεκόμενοι ωφελούνται. Οι ιδιοκτήτες γης αποκτούν σύγχρονα διαμερίσματα στη θέση των παλιών κατοικιών τους. Οι αγοραστές μπορούν να αποκτήσουν κατοικία σε πιο προσιτή τιμή, συμμετέχοντας από νωρίς και επηρεάζοντας τον σχεδιασμό. Οι κατασκευαστές αποκομίζουν, επίσης, κέρδος. Πρόκειται για μια διαδικασία συνεργατική και σε έναν βαθμό συμμετοχική. Η αντιπαροχή εμφανίζεται και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου …. κυρίως εκεί όπου υπάρχει ισχυρή επιθυμία για ιδιόκτητη κατοικία, απουσία μεγάλων κεφαλαίων και περιορισμένη δυνατότητα κρατικής παρέμβασης.

Για μια ολόκληρη γενιά το διαμέρισμα στην πολυκατοικία δεν ήταν απλώς στέγη. Ηταν status, ανεξαρτησία, μια νέα αρχή. Το ασανσέρ, το μωσαϊκό, οι συρόμενες, το πατάρι, το δωμάτιο υπηρεσίας, τα ρολά και τα μπαλκόνια που έβλεπαν στον δρόμο έγιναν σύμβολα μιας ζωής που κοιτούσε «ψηλά». Η έννοια της «γειτονιάς» μετακινήθηκε κάθετα. Από την αυλή και τον δρόμο, ανέβηκε στον όροφο, στο διαμέρισμα, στην ιδιωτικότητα. 


Η απαξίωση της κρατικής παρέμβασης

Στην αντιδιαστολή με την ελληνική πατέντα της αντιπαροχής η στρατηγική της μοντέρνας πολεοδομίας επικράτησε στην Ευρώπη, Ανατολική και Δυτική, κομμουνιστική ή καπιταλιστική, μετά τον Πόλεμο με κεντρική ιδέα ότι όπως η Υγεία και η Παιδεία έτσι και η κατοικία είναι κοινωνικές παροχές και όχι εμπορεύματα και αυτό οδήγησε στη μέγιστη παρέμβαση του κράτους στον σχεδιασμό και την οικοδόμηση των μεγάλων πόλεων της βιομηχανικής εποχής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.



Το “Παρίσι εκτός των τοίχων”, όπως και τα συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας, από τη Μόσχα, τη Ρουμανία ως και την Αγγλία, χτίστηκαν με τις ίδιες αρχές του ελεύθερου και μονότονα επαναλβανόμενου κτιρίου μέσα στο πράσινο.


Η πόλη του οικοδομικού τετραγώνου θεωρήθηκε ανίκανη να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις του αυτοκινήτου και των πρωτοφανών πληθυσμιακών υπερ-συγκεντρώσεων. Η ελληνική πόλη, απουσία κράτους και κεντρικού σχεδιασμού, αναπτύχθηκε στον αντίποδα αυτής της ιδέας. Αναπτύχθηκε με αποσπασματικά ρυμοτομικά σχέδια, βασισμένα σε ένα μικρό οικοδομικό τετράγωνο, το μικρότερο στην Ευρώπη, το οποίο τεμαχίζεται σε μικρά οικόπεδα που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις της αγοράς».

Ετσι το μοντέλο της ελληνικής πόλης χαρακτηρίζεται από πυκνή ενιαία κτιριακή μάζα από την οποία ό,τι αφαιρείται είναι δημόσιος χώρος (δρόμος, πλατεία). Το μοντέλο της μοντέρνας πολεοδομίας μοιάζει με κενή επιφάνεια πάνω στην οποία τοποθετούνται κτίρια/πιόνια και το κενό φυτεύεται. Στην Ελλάδα το μοντέλο της μοντέρνας πολεοδομίας περιορίζεται σε λίγα, ευτυχώς, προγράμματα κοινωνικής κατοικίας διάσπαρτα στον ιστό της αντιπαροχής.

Οι αρχιτέκτονες-πολεοδόμοι, πιστέψανε στο νέο μοντέλο, έλα όμως που έχει ο καιρός γυρίσματα και το όνειρο της μοντέρνας πολεοδομίας έγινε εφιάλτης.

Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, σε νεόκτιστες μεταπολεμικές πόλεις ή περιοχές, κάνουν την εμφάνισή τους στοιχεία κοινωνικής μοναξιάς και εγκληματικότητας. Σύγχρονα μεταπολεμικά συγκροτήματα εγκαταλείπονται, βανδαλίζονται και στο τέλος δυναμιτίζονται. Η ελληνική πατέντα της αντιπαροχής πήρε την εκδίκησή της. Οι πόλεις του μικρού οικοδομικού τετραγώνου και της μικρής μονάδας κατοίκησης αποδείχθηκαν ανθεκτικές και κοινωνικά ζωντανές. Πέρα από αισθητικές αξιολογήσεις, λειτουργούν ως κοινωνικοί πυκνωτές και προσφέρουν αίσθηση ασφάλειας στον δημόσιο χώρο.Οι πόρτες και τα παράθυρα που τις επιτηρούν λειτουργούν ως μάρτυρες-ρουφιάνοι, αποτρέποντας παραβατικές συμπεριφορές. Υποφέρουν βέβαια από έλλειψη κενού, πρασίνου και κυκλοφοριακή υπερφόρτωση. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι σε αντίθεση με τις πόλεις της μοντέρνας πολεοδομίας, οι ελληνικές πόλεις του οικοδομικού τετραγώνου και της πολυκατοικίας επιδέχονται βελτιώσεων με ήπιες σημειακές παρεμβάσεις.



Η μεσαία τάξη στο ¨κοινωνικό¨ ασανσέρ

Η αντιπαροχή έμαθε στους ανθρώπους να σκέφτονται σε επίπεδα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Να ανεβαίνουν. Να επενδύουν στο ακίνητο, αλλά και στην ιδέα ότι η ζωή μπορεί να βελτιωθεί μέσα από τον χώρο. Εφερε μαζί της μια νέα σχέση με την ιδιοκτησία, πιο δυναμική, πιο στρατηγική. Το σπίτι έγινε περιουσία, ασφάλεια, αλλά και όχημα κοινωνικής κινητικότητας. Με το έξυπνο νομικό σύστημα-τρενάκι, η Ψωροκώσταινα χτίζει και, πέρα από αισθητικές κριτικές, καταφέρνει να πετύχει πάρα πολύ υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης σε σχέση με άλλες πλούσιες χώρες της Ευρώπης. Κύριο χαρακτηριστικό, η μικρή κλίμακα και η πολυφωνία. Κάθε κτίριο είναι διαφορετικό από το διπλανό του . Η ψυχολογία της πολυκατοικίας είναι ένα μείγμα ανοχής, οικειότητας και ανωνυμίας. Η πολυκατοικία δημιούργησε μια νέα μορφή συνύπαρξης. Πιο κοντινή, αλλά και πιο αποστασιοποιημένη. Οι άνθρωποι μοιράζονταν το ίδιο κτίριο, αλλά όχι απαραίτητα τη ζωή τους. Υπήρχε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο «μαζί» και στο «μόνοι». Κι αυτή η ισορροπία έγινε -με τα χρόνια- μέρος της αστικής μας ταυτότητας.

 Τα διαμερίσματα που γεννήθηκαν από την αντιπαροχή σήμερα πια στεγάζουν ψηφιακούς νομάδες, συγκάτοικους στα έξοδα, οικογένειες από τόπους μακρινούς, συνταξιούχους που δεν εγκαταλείπουν τη γη τους.

 Η αντιπαροχή ήταν η αρχιτεκτονική της ελπίδας, με τις πολυκατοικίες της να στέκονται ακόμα όρθιες, κουβαλώντας τις ιστορίες όσων τόλμησαν να ονειρευτούν ψηλότερα. Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της. Οτι δεν ήταν ποτέ μόνο αρχιτεκτονική ή οικονομία. Ηταν ψυχολογία. Ηταν η ανάγκη να αφήσεις κάτι πίσω και να αποκτήσεις κάτι καινούριο. Να πιστέψεις ότι η ζωή σου μπορεί να χωρέσει σε κάτι καλύτερο, πιο φωτεινό, πιο «ψηλό».


 
 
bottom of page